Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

Κάρλο Λέβι-Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι

Κάρλο Λέβι, "Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι", μετάφραση Φωτεινή Ζερβού, εκδόσεις Πατάκη

Ο δρόμος είναι στενός, στις πόρτες των σπιτιών κάθονται οι χωρικοί, το σκοτάδι γίνεται όλο και πιο πυκνό. Από το σπίτι του νεκρού ακούγονται τα μοιρολόγια των γυναικών. Ένας συγκεχυμένος θόρυβος διαγράφει μεγάλους κύκλους γύρω μου, πέρα από αυτόν η βαθιά σιωπή. Είναι σαν να έπεσα από τον ουρανό, σαν πέτρα που πέφτει μέσα σε βάλτο. (σελ. 29)



Ο σύντροφός μου δεν απαντούσε, άκουγα την κανονική και σφυριχτή αναπνοή του και το συνεχή βόμβο που έκαναν ο μύγες ξεσηκωμένες από την ζέστη. Μια λεπτή λάμψη ερχόταν από το μισοφέγγαρο, που έμοιαζε να κρέμεται στο θαμπό ουρανό, διαπερνούσε τα κλειστά τζάμια και έπεφτε στον τοίχο που βρισκόταν μπροστά στο κρεβάτι μου. (σελ. 48)

Ο κουτσός χωρίς να κόψει το δέρμα της κατσίκας είχε κάνει μια μικρή τρύπα σ’ ένα από τα πίσω πόδια, στην τρύπα ακουμπούσε το στόμα και φυσώντας με δύναμη φούσκωνε την κατσίκα, ξεχωρίζοντας με αυτό τον τρόπο το δέρμα από το κρέας. Βλέποντας τον έτσι κολλημένο στο ζώο, που σιγά-σιγά φούσκωνε και μεγάλωνε, ενώ ο άνθρωπος, χωρίς να αλλάξει στάση, έμοιαζε να λεπταίνει, να αδειάζει από τον αέρα που είχε μέσα του, νόμιζα ότι παρακολουθούσα μια μεταμόρφωση, όπου ο άνθρωπος μεταγγιζόταν λίγο-λίγο μέσα στο ζώο. (σελ.58)

Ακριβώς από κάτω ήταν το φαράγγι, μπροστά, χωρίς να διακόπτει κάτι το βλέμμα απλωνόταν η ατέλειωτη έκταση ξηρού αργίλου, που κυμάτιζε κάτω από τον καυτό ήλιο μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι, πολύ μακριά, και έμοιαζε να διαλύεται στον λευκό ουρανό, χωρίς να υπάρχει σε όλη αυτή την έκταση κανένα σημάδι ανθρώπινης ζωής. Καμιά σκιά δεν άλλαζε αυτή την ασάλευτη θάλασσα από χώμα που καταβροχθιζόταν από τον ανελέητο ήλιο που έριχνε κάθετα τις αχτίνες του επάνω της. Είχε φτάσει μεσημέρι, ώρα να επιστρέψω. (σελ.62)

Ο χτίστης είχε κάποια προβλήματα. Μιλούσε με τους χωρικούς και προσπαθούσε να τους εξηγήσει τις θεωρίες του Δαρβίνου, ότι ο άνθρωπος προέρχεται από τη μαϊμού. «Εγώ δεν είμαι δαρβινιστής» είπε ο Ντον Κόζιμο και χαμογελούσε έξυπνα «αλλά δεν βλέπω τίποτα κακό στο να πιστεύει κάποιος αυτές τις θεωρίες. Φυσικά το έμαθε ο Ντον Λουϊτζι και έκανε φοβερό επεισόδιο. Να ακούγατε πόσο δυνατά φώναζε! Είπε στο χτίστη ότι οι θεωρίες του Δαρβίνου έρχονται σε αντίθεση με την καθολική εκκλησία και ότι ο καθολικισμός και ο φασισμός είναι το ίδιο και, γι’ αυτό, το να μιλάει για το Δαρβίνο είναι σαν να κάνει αντιφασιστική προπαγάνδα. (σελ. 64)

Κι ο γιατρός, με το συνηθισμένο αμήχανο ψέλλισμα, με προειδοποιούσε ότι έπρεπε να προσέχω αν επισκεπτόμουν κάποιον άρρωστο, να μην άφηνα να με ξεγελάσει η κακώς εννοούμενη γενναιοδωρία του ή η καλή του καρδιά, γιατί όλοι προσπαθούν να μην πληρώσουν, όμως οι άρρωστοι είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν την επίσκεψη και εμείς οι γιατροί υποχρεωμένοι να απαιτούμε πληρωμή από συναδελφική αλληλεγγύη και αξιοπρέπεια, που δεν έπρεπε να λείπει, ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο. (σελ. 73)

Οι χωρικοί ανηφόριζαν τους δρόμους με τα ζώα τους, επέστρεφαν στα σπίτια τους, όπως έκαναν κάθε βράδυ, με την μονοτονία αιώνιας παλίρροιας, σ’ ένα σκοτεινό και μυστηριώδη κόσμο χωρίς ελπίδα. (σελ. 74)

«Το χωριό είναι φτιαγμένο από τα κόκαλα των πεθαμένων» μου έλεγε με την σκοτεινή κελαρυστή αργκό, που ήταν σαν τα υπόγεια νερά που ξεπηδούν ξαφνικά μέσα από τις πέτρες, και έκανε μ’ εκείνη την ξεδοντιασμένη τρύπα μια γκριμάτσα που έμοιαζε με χαμόγελο. (σελ. 82)

Οι χωρικοί δεν έχουν ούτε μπορούν να έχουν αυτό που ονομάζεται «πολιτική συνείδηση», γιατί δεν είναι πολίτες, αλλά ειδωλολάτρες, με όλη τη σημασία της λέξης: οι θεοί του κράτους και της πόλης δεν μπορούν να λατρευτούν σε αυτά τα αργιλώδη χώματα, όπου βασιλεύει ο λύκος και το μαύρο αγριογούρουνο, ούτε υπάρχει κάποιο τείχος που να χωρίζει τους ανθρώπους από τα ζώα και τα πνεύματα, ούτε τα φυλλώματα των δένδρων από τις βαθιές, σκοτεινές, υπόγειες ρίζες τους. (σελ. 91)

Η ζωή είναι πολύ θλιβερή ανάμεσα σε εκείνους τους ουρανοξύστες, με όλες τις σημαντικές ανέσεις και τα ασανσέρ, τις περιστρεφόμενες πόρτες, τον υπόγειο σιδηρόδρομο και με σπίτια παντού γύρω, πολυκατοικίες, δρόμους, πουθενά λίγο χώμα. (σελ. 110)

Στον κόσμο των χωρικών δεν υπάρχει χώρος για τη λογική, για τη θρησκεία και την ιστορία. Δεν υπάρχει για τη θρησκεία, γιατί ακριβώς όλα είναι μέρος της θεότητας, γιατί όλα είναι πραγματικά και όχι συμβολικά και θεία, τόσο ο ουρανός όσο και τα ζώα, τόσο ο Χριστός όσο και η κατσίκα. Τα πάντα ήταν φυσική μαγεία. Ακόμα και οι εκκλησιαστικές τελετές μετατρέπονταν σε παγανιστικά έθιμα, γιόρταζαν την ομοιογενή ύπαρξη των πραγμάτων, τους άπειρους γήινους θεούς του χωριού. (σελ. 132)

Τι πείραζε που δεν είχε τα τυπικά προσόντα; Έκανε πολύ καλά τις ενέσεις. Αλλά έπρεπε να τις κάνει κρυφά, γιατί η Ιταλία είναι η χώρα των διπλωμάτων, των πτυχίων, της μόρφωσης που μεταφράζεται σε χρηματικό κέρδος και σε σπασμωδική υπεράσπιση του επαγγέλματος. (σελ. 142)

Στο Γκαλιάνο είναι οι περισσότεροι ιδιοκτήτες λίγων χωραφιών, στο Γκρασσάνο, αντίθετα, που υπάρχουν μεγάλοι γαιοκτήμονες, οι αγρότες δουλεύουν στα ξένα χωράφια. Η φτώχεια και στις δυο περιπτώσεις δεν διαφέρει, γιατί δύσκολα και στα δυο μέρη θα μπορούσε να γίνει μεγαλύτερη. (σελ. 183)

Επιτέλους μπορούσα να φάω με παρέα. Αυτό με ευχαριστούσε, ένοιωθα ξανά σαν να ήμουν ελεύθερος άνθρωπος. Από τότε μου έχει μείνει η συνήθεια να νιώθω άσχημα όταν είμαι μόνος στο τραπέζι και να προτιμάω οποιονδήποτε συνδαιτυμόνα, παρά την μοναξιά. (σελ. 187)

Φτάσαμε στην τελευταία μέρα του χρόνου. Ήθελα να περιμένω, όπως συνηθίζεται, τα μεσάνυχτα. Ήμουν μόνος στην κουζίνα του σπιτιού μου μπροστά στη φωτιά που τσιτσίριζε, έτριζε και φυσούσε, ενώ έξω μαινόταν η χιονοθύελλα, Κρατούσα στο χέρι ένα ποτήρι κρασί, αλλά σε τι θα μπορούσα να ευχηθώ; Το ρολόι μου είχε σταματήσει και δεν έφτανε μέχρι το σπίτι μου κανένας ήχος που θα μου έδειχνε την ώρα που κυλούσε, σε έναν τόπο όπου ο χρόνος έχει σταματήσει. (σελ. 226-227)

Ο Απρίλιος ήταν ένας μήνας τρελός, όλο βροχές, ήλιο και περιπλανώμενα σύννεφα. Κάτι πλανιόταν στην ατμόσφαιρα, σααν ένα μακρινό τρεμούλιασμα, που ανάγγελε κάπου μακριά τον ερχομό της άνοιξης: δεν έφταναν μέχρι εδώ εκείνες οι ευχάριστες μυρωδιές της ζωής που ξαναγεννιέται, τα φουσκωμένα από τους χυμούς κλαδιά των δένδρων της ευλογημένης γης του Νότου, που ελευθερώνεται από το χιόνι για να αναπνεύσει κάτω από το ερωτικό, ζεστό ήλιο και το πράσινο. (σελ. 268)

Ήταν άνθρωποι με διαφορετικές απόψεις και χαρακτήρες: από τους πιο φανατικούς εξτρεμιστές μέχρι τους πιο σκληρούς συντηρητικούς. Πολλοί ήταν ιδιαίτερα έξυπνοι και όλοι έλεγαν ότι είχαν σκεφτεί "το πρόβλημα του Νότου" και είχαν έτοιμα προγράμματα και σχέδια. Όμως η γλώσσα και οι λέξεις που θα χρησιμοποιούσαν για να εκφράσουν αυτά τα προγράμματα και τα σχέδια θα ηχούσαν ξένες σα αυτιά των χωρικών ήταν γι' αυτούς ένας κόσμος κλειστός, που δεν προσπαθούσαν να τον κατακτήσουν. Ήταν όλοι κατά βάθος (όταν το ξανασκεφτόμουν, το έβλεπα πιο καθαρά) λίγο ή πολύ ασυνείδητοι θαυμαστές του Κράτους, αγνοούσαν ότι ήταν ειδωλολάτρες. Δεν είχε σημασία αν αυτό το Κράτος ήταν το σημερινό ή εκείνο που λαχταρούσαν για το μέλλον και στη μια και στην άλλη περίπτωση το κράτος ήταν σαν κάτι που ξεπερνούσε τους ανθρώπους και τη ζωή του λαού, τυρρανικό ή πατριαρχικό, δικτατορικό ή δημοκρατικό, πάντα όμως ενιαίο, συγκεντρωτικό και απόμακρο. (σελ. 272)

Όσο η Ρώμη θα κυβερνά τη Ματέρα, η Ματέρα θα είναι μια πόλη αναρχική και σκληρή και η Ρώμη σκληρή και τυρρανική. (σελ. 274)

Σκεφτόμουν αόριστα πράγματα, η ζωή εκείνης της θάλασσας ήταν σαν τις άπειρες τύχες των ανθρώπων, που μένουν αιώνια αμετακίνητες και μοιάζουν με κύματα που κινήθηκαν κάποτε, χωρίς όμως ν' αλλάξουν. Σκέφτηκα με στοργικό άγχος τον ακίνητο χρόνο και το μαύρο πολιτισμό που είχα εγκαταλείψει. (σελ. 291-292)

Δεν υπάρχουν σχόλια: